Sporades newspaper | ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΒΟΡΕΙΕΣ ΣΠΟΡΑΔΕΣ | facebook.com | twitter | email: 18154poulios@gmail.com | Tηλ. 6942 22 62 01

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2021

Μια Φωτογραφία = Χίλιες αναμνήσεις

Γράφει ο καθηγητής Γιάννης Σίσκος (*) 

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ, Η «ΛΕΝΑ» ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΟΙ ΧΕΙΜΩΝΕΣ ΣΤΗ ΣΚΟΠΕΛΟ

Αντί για πρόλογο

Μια φωτογραφία δεν αποτελεί απλά την απεικόνιση κάποιων εικόνων ή προσώπων, ειδικά όταν αυτές οι εικόνες έρχονται από το απώτερο παρελθόν. Πίσω από τις φωτογραφίες κρύβονται ιστορίες, γεγονότα και αναμνήσεις που φέρνουν πιο κοντά το παρελθόν στο σήμερα. Οι φωτογραφίες που παρουσιάζω σήμερα με βοηθούν να καταθέσω μια σειρά από προσωπικές αναμνήσεις μέσα από τις οποίες φωτίζονται άγνωστες πλευρές της ιστορίας του νησιού μας. 

Εύχομαι αυτή να είναι η αρχή για τη δημοσίευση και άλλων ιστορικών φωτογραφιών και αναμνήσεων με επίκεντρο το νησί μας.

Αρχές της δεκαετίας του 1950: Το πρώτο αυτοκίνητο στη Σκόπελο

Φωτό 1η: Πάνω στο αυτοκίνητο, αριστερά: Ιωάννης Παπαδόπουλος, Ηρακλής Μωραϊτης (μόλις διακρίνεται), Πελοπίδας Σίσκος, Ευάγγελος Κρικίδης. Δεξιά: Νικόλαος Κρικίδης, Απόστολος Λεμονής, Παναγιώτης (Τάκης) Σκούρας, ένας επιβάτης. Κάτω: Ο Δήμαρχος Σκοπέλου Γιάννος Ζαχ. Δουλίδης. 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ίσως το 1953, έρχεται στη Σκόπελο το πρώτο αυτοκίνητο. Το έφεραν τα αδέλφια Σταμάτης Καθηνιώτης (Σταμάτης ο σοφέρ) και Δημήτρης Καθηνιώτης (Μήτσος ο σοφέρ). Οι ανάγκες του νησιού σε μεταφορές ήταν τεράστιες. Όλες οι χερσαίες μεταφορές γινόντουσαν με ζώα. Έτσι το αυτοκίνητο αυτό έπαιξε ρόλο φορτηγού, ταξί και κυρίως λεωφορείου. Πήγαινε όπου μπορούσε να πάει. Το σημαντικότερο δρομολόγιο του όμως ήταν Σκόπελος-Αγνώντας, ειδικά όταν ο υποτυπώδης χωματόδρομος ήταν σε καλή κατάσταση και επέτρεπε στο αυτοκίνητο να περάσει. 

Τον χειμώνα, όταν τα ξύλινα καράβια της γραμμής Βόλος-Σκόπελος, η ΚΑΤΕΡΙΝΑ και ο ΠΑΣΧΑΛΗΣ, δεν μπορούσαν να πιάσουν Σκόπελο και άφηναν τους επιβάτες και τα εμπορεύματα στον Αγνώντα, μετά από 10 ώρες ταξίδι, το αυτοκίνητο έδινε τη λύση να τους φέρει στη Σκόπελο. Δεν ήταν όμως λίγες οι φορές που ο δρόμος χαλούσε, κυρίως το κομμάτι Στάφυλος-Αγνώντας, μετά από ισχυρή βροχόπτωση και οι ταλαίπωροι επιβάτες αναγκαζόντουσαν να έλθουν στη Σκόπελο πάνω σε γαϊδουράκια και μουλάρια τυλιγμένοι με κουβέρτες. Οι δικοί τους άνθρωποι πήγαιναν μέχρι το «1» ή το «2» για να τους προϋπαντήσουν. Άλλες φορές χαλούσε και το αυτοκίνητο. Σε γενικές γραμμές πάντως, το αυτοκίνητο αυτό πρόσφερε στο νησί ένα τεράστιο κοινωνικό έργο. 

Αφετηρία του αυτοκινήτου ήταν η πλατεία Δελήτσικου, απ’ όπου και η φωτογραφία. Εκεί υπήρχε ο πολυμήχανος σιδηρουργός Μπαρμπα-Γιάννης Δελήτσικος που δεν άφηνε καμία μηχανή αβοήθητη. Κατασκεύαζε ανταλλακτικά, κάνοντας δικές του πατέντες και βοηθούσε τους δυο σοφέρ να διορθώνουν τις βλάβες. Ο Μπαρμπα-Γιάννης εθεωρείτο ο πρωταθλητής του νησιού στο πυροφάνι, ο νούμερο 1 «καμακάς» του νησιού και αυτό λόγω της εξυπνάδας που είχε να πλησιάζει τα ψάρια τη νύχτα. Τον τίτλο του πρωταθλητή δεν τον απέκτησε άκοπα. Όπως μου αφηγήθηκε ο Μπαρμπα-Κώστας Ευαγόρας (ψευδ. Καπελάς), έδωσε σκληρό αγώνα στο πυροφάνι, με μάρτυρες-κριτές, εναντίον του Υδραίου Καπετάν Γιώργη Ρούσση. Ο Καπτα-Γιώργης είχε γρήγορη και ευέλικτη Υδραίϊκη βάρκα και καλό κωπηλάτη. Ήταν το φαβορί. Όμως εκείνη τη βραδιά του αγώνα το ζύγισμα των ψαριών στην παραλία ανέδειξε νικητή τον Ιωάννη Δελήτσικο.  Αξίζει να μνημονεύσουμε ότι, τα ψάρια που έβγαζε o Μπάρμπα-Γιάννης δεν τα κρατούσε για τον εαυτό του, αλλά τα χάριζε σε φτωχές οικογένειες που δεν είχαν την οικονομική ευχέρεια να αγοράζουν ψάρια. Σήμερα, όπως είναι γνωστό, το πυροφάνι θεωρείται παράνομη αλιεία και απαγορεύεται δια νόμου.

Ο Σταμάτης Καθηνιώτης (βλ. Φωτό 4η) και ο αδελφός του Μήτσος ήταν οι μοναδικοί σοφέρ στη Σκόπελο, επειδή απλά δεν υπήρχαν ούτε αυτοκίνητα ούτε δρόμοι. Οι δυο τους έκαναν ηρωικές προσπάθειες με το αυτοκίνητο για να διασφαλίσουν τις βασικές μεταφορές ανθρώπων και αγαθών. 

Κλείνω τον κύκλο των αναμνήσεων μου από το πρώτο αυτοκίνητο με μια εύθυμη αναφορά στην τέχνη του σοφέρ. Θυμάμαι τον τρόπο με τον οποίο ύμνησε την τέχνη του σοφέρ ο μουσουργός Θεόφραστος Σακελλαρίδης στην οπερέτα «Ο Βαφτιστικός» (1918), στο τραγούδι του «Ω! Τι δουλειά χρυσή νάσαι σοφέρ». Τι λέει το τραγούδι; Ο βουτυρομπεμπές (ή κουραμπιές) Ζαχαρούλης χαίρεται που είναι σοφέρ στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, γιατί οδηγεί και ασχολείται με το αυτοκίνητο και έτσι γλυτώνει την πρώτη γραμμή του μετώπου!!!   

Δεκέμβριος 1954: Μια χειμωνιάτικη βόλτα στην παραλία 

Δεκέμβριος 1954. Από αριστερά: Πελοπίδας Σίσκος, Ιωάννης Τσαμασφύρος, ο Δήμαρχος Γιάννος Δουλίδης, Παναγιώτης Καραγκιόζος, Ευάγγελος Κρικίδης.

Η παρέα του αυτοκινήτου κάνει τη χειμωνιάτικη βόλτα της στην παραλία (φωτό 2η). Αυτός ο χειμώνας θα μου μείνει αξέχαστος. 

Στη φωτογραφία παρατηρούμε ότι η παραλία έχει γεμίσει καυσόξυλα. Στα Σχολεία οι δάσκαλοι επιβάλλουν στα παιδιά να φέρνουν καθημερινά ένα καυσόξυλο το καθένα για τη σόμπα της τάξης. «Αν δεν φέρετε ξύλα, να μην έρθετε, γιατί θα ξυλιάσετε», έλεγαν. Ένα πρωί, κατέβηκα στην αυλή για να πάρω ξύλο και διεπίστωσα ότι το φόρτωμα που είχαμε παραγγείλει για το σπίτι είχε τελειώσει. Τι να κάνω, τι να κάνω, τρέχω φουλαριστός πίσω στην Πλάκα, κάτω από την Παναγίτσα και παίρνω ένα θαλασσοδαρμένο κάτασπρο γιαλόξυλο, για να μην εκτεθώ στον δάσκαλο. Αυτό το γιαλόξυλο με έβγαλε τελικά ασπροπρόσωπο! 

Τους χειμώνες εκείνης της περιόδου δεν πρόκειται να τους ξεχάσω ποτέ. Ένα βράδυ λυσσομανούσε τόσο πολύ ο αέρας που δεν άφησε τίποτα όρθιο. Αν με τα σημερινά δεδομένα μιλήσω για 10 μποφόρ θα είμαι πολύ επιεικής. Ο αέρας σήκωνε πελώρια κύματα στο λιμάνι και εκσφενδόνιζε πέτρες που σήκωνε από την Πλάκα προς κάθε κατεύθυνση. Κανείς δεν τολμούσε να κυκλοφορήσει στην παραλία!  

Οι ζημιές που άφησε εκείνη η βαρυχειμωνιά ήταν τεράστιες. Πέντε βάρκες έσπασαν ή χάθηκαν και δεν ξαναβρέθηκαν ποτέ. Η δική μας βάρκα, η «ΛΕΝΑ» (βλ. Φωτός 3η και 5η), για την οποία μιλώ παρακάτω, χτύπησε τόσες φορές στο πεζοδρόμιο του Μώλου που της έφυγε όλο το ποδόσταμο. Στη συνέχεια κάθησε με την πρύμνη κάτω στο βυθό και έμεινε όρθια με τη σπασμένη πλώρη προς τα πάνω, κοιτώντας τον ουρανό, σαν να λέει «έλεος». Το εξωλέμβιο σηγκαλάκι γλύτωσε από την καταστροφή αυτή, γιατί ο πατέρας μου δεν το άφηνε ποτέ στη βάρκα, αλλά το έφερνε στο σπίτι. Εμείς παρακολουθούσαμε το φρικτό θέαμα από τα παράθυρα του μπαλκονιού, χωρίς να μπορούμε να κάνουμε το παραμικρό.

Το μεγαλύτερο μαρτύριο αυτής της καταστροφής το έζησε το «βαποράκι του γιατρού», σαν μια νέα Ιφιγένεια! Το σκάφος αυτό ήταν ένα πανέμορφο ακριβό ταχύπλοο με εσωλέμβια μηχανή μεγάλου κυβισμού που ήταν μπροστά από την εποχή του. Ο ιδιοκτήτης-γιατρός δεν ήξερε πολλά από θάλασσα. Το σκάφος ήταν αγκυροβολημένο δυστυχώς στο πιο επικίνδυνο σημείο του λιμανιού, μπροστά από το περίπτερο Λιθαδιώτη και την οικία Βαλσαμάκη. Ο βοριάς και το αντιμάμαλο, το κύμα που επιστρέφει από τη στεριά δηλαδή, σήκωναν το σκαφάκι πέντε μέτρα ψηλά και το χτυπούσαν για ώρες ολόκληρες στα δυο μουράγια της παραλίας. Το σκαφάκι αυτό έγινε δυστυχώς κομμάτια! 

Τον 19ο Αιώνα, στο σημείο που ήταν ρεμιτζαρισμένο το «βαποράκι του γιατρού» υπήρχε αμμουδίτσα όπου απάγκιαζαν τα Σκοπελίτικα ιστιοφόρα, γιατί εκεί δεν έπιανε κανένας αέρας. Όταν κόπηκε ο βράχος, για να επικοινωνήσει η παραλία με το Μώλο … άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου!!!

Όταν πέρασε το κακό εκείνο, εμείς βγάλαμε τη ΛΕΝΑ έξω και φωνάξαμε τον καραβομαραγκό μαστρο-Τριαντάφυλλο Μπουνταλά, ο οποίος ξανάφτιαξε το ποδόσταμο και επισκεύασε τέλεια τη βάρκα.  

«ΛΕΝΑ»: Η ιστορία μιας βάρκας

Φωτό 3η: Η ΛΕΝΑ αγκαλιά με τον γράφοντα (1964) 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο τότε τελώνης Σκοπέλου Κώστας Πολίτης (βλ. φωτό 4η), ο οποίος ασκούσε και καθήκοντα λιμενάρχη, παράγγειλε την κατασκευή βάρκας στον Σκοπελίτη καραβομαραγκό Απόστολο Σκιαθίτη. Ο τελευταίος έβαλε όλα τα δυνατά του, για χατήρι του εκλεκτού πελάτη και φιλοτέχνησε μια πανέμορφη βαρκούλα από Σκοπελίτικο πεύκο (βλ. Φωτό 3η και 5η), η οποία πήρε το όνομα ΛΕΝΑ, προς τιμή της κόρης του τελώνη. Η βάρκα, εκτός από κουπιά, διέθετε και εξωλέμβιο μηχανάκι, ένα σήγκαλ 2μισυ ίππων. 

Λίγα χρόνια αργότερα, ο τελώνης πήρε μετάθεση και έπρεπε να πουλήσει τη βάρκα. Γνώριζε καλά τον πατέρα μου επειδή η κόρη του Λένα Πολίτου ήταν μαθήτρια στο Γυμνάσιο Σκοπέλου. Τον βρίσκει λοιπόν μια μέρα και ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος:

Πελοπίδα, ξέρω ότι θέλεις να πάρεις βάρκα. Αν σου κάνει, πουλάω τη ΛΕΝΑ. 

Η βάρκα μου αρέσει. Πόσο μπορείς να μου τη δώσεις; 

Μου κόστισε τόσο και μπορώ να σου τη δώσω τόσο. 

Εντάξει, λέει ο πατέρας μου, αλλά έχω μόνο τα μισά χρήματα σε μετρητά. Τα άλλα μισά θα τα έχω όταν πουλήσω τα ξερά δαμάσκηνα αζάν, όταν δηλαδή περάσει ο έμπορος από τη Σκόπελο.  

Εντάξει Πελοπίδα, δώσε μου το κορόμηλο και θα το πουλήσω εγώ στους εμπόρους. 

Κάπως έτσι έκλεισε η αγοραπωλησία της ΛΕΝΑΣ, μιας βάρκας που έγινε μέλος της οικογένειας μας για μια 25ετία περίπου.

Φωτό 4η : Τσικνοπέμπτη στο καφενείο - τσιπουράδικο του Γουργιώτη (1955). Από αριστερά: Ιωάννης Γουργιώτης, ο τελώνης Κωνσταντίνος Πολίτης, Πέτρος Κριεζής, ο συμβολαιογράφος Βασίλειος Παλιούρης, ο σοφέρ Σταμάτης Καθηνιώτης, Πελοπίδας Σίσκος, Λίτσα Παλιούρη.

Οι χαρές που έδωσε στην οικογένεια μας η παρουσία της ΛΕΝΑΣ είναι απερίγραπτες. Μετά τα κλασικά ψαρέματα με καθετές και συρτές, αγοράσαμε δυο διχτάκια, ένα μανομένο 100 μέτρων περίπου και ένα αθερινιό 50 μέτρων περίπου. Το πρώτο εξασφάλιζε σε καθημερινή βάση το φαγητό της οικογένειας, το δεύτερο ήταν για τους μεζέδες. Ένα μεσημεράκι μπλάξαμε (περικυκλώσαμε) ένα μεγάλο κοπάδι με αθερίνες στις Σάρες και αρχίσαμε να βολάζουμε στο εσωτερικό με μανία. Το θέαμα που αντικρύσαμε ήταν εντυπωσιακό: δεν έμεινε μάτι από το δίχτυ χωρίς αθερίνα! 

Το μανομένο, με τα πολλά ψαρέματα, άρχισε να κάνει τρύπες. «Πρέπει να μάθετε να μπαλώνετε», μας είπε ο πατέρας μας. «Σας έχω βρει και το δάσκαλο». Κανείς δεν έλεγε όχι στον Πελοπίδα. Ο δάσκαλος ήταν ο καπτα-Γιάννης Καλιατζής. Την άλλη μέρα ήμασταν εκεί. Μόλις καθήσαμε για το πρώτο μάθημα, ο καπτα-Γιάννης μας λέει: «Ξηπολυθείτε». Μετά πιάνει το δίχτυ και μας λέει:

Τιζέρν’ς του δίχτ’ μι τα δάχλα κι μιτά πιανς κι κανς … 

Το μάθημα ήταν σκέτη απόλαυση! Σε μερικές μέρες γίναμε φωστήρες. Μάθαμε να μπαλώνουμε από μονόματα μέχρι μεγάλες τρύπες με σόκορα. 

Ένα καλοκαίρι, θα ήταν το 1962, μου λέει ο αδελφός μου: 

Είσαι να πάμε να βγάλουμε χοντρό χαρτζιλίκι με τη βάρκα; 

Είμαι, του λέω, αλλά πως;

Θα ρίξουμε το μανομένο νύχτα μέσα στο λιμάνι. 

Τρελάθηκες ρε, αυτό απαγορεύεται, του λέω. Άμα μας πιάσουνε; 

Μη φοβάσαι ρε, μου απαντά. Δεν θα βάλουμε μηχανή, θα πάμε με τα κουπιά και χωρίς φεγγάρι. 

Εντάξει. 

Έτσι και έγινε. Ρίξαμε το δίχτυ από το μπουγαζάκι της Πλάκας μέχρι το πράσινο φανάρι χωρίς να μας πάρει κανείς χαμπάρι. Δυο ώρες αργότερα που το σηκώσαμε, η ψαριά ήταν τρομερή. Το μέρος, ως απαγορευμένο ήταν αψάρευτο. Γεμίσαμε μπαρμπούνια, μερικά ήταν τεράστια και άλλα ψάρια διάφορα! 

Την επομένη, έπρεπε κάποιος να πουλήσει τα μπαρμπούνια στον μπαρμπα-Γιάννη τον Μαντρικό (Λεμονής) που είχε το εστιατόριο στην παραλία. Η ντροπή μεγάλη. Ο ένας έστελνε τον άλλο. Τελικά λέω στον αδελφό μου: Εντάξει, θα πάω εγώ, αλλά θα πάρω τα μισά. Έγινε, μου λέει. Ο μπαρμπα-Γιάννης δέχτηκε με χαρά τα ολόφρεσκα μπαρμπούνια. Πριν από το ζύγισμα όμως, έβγαλε κάποια ψάρια στην άκρη για να τα ζυγίσει σε δεύτερη δόση. Γιατί τα έβγαλες έξω αυτά, του λέω. Γυρίζει γελώντας και μου απαντά: Αυτά Γιαννάκ’ είναι κουτσομούρες και έχουν άλλη τιμή, πάνε με τα δεύτερα. Καλά μπαρμπα-Γιάννη, του λέω. Βάζω τα λεφτά στην τσέπη και μην τον είδατε!  

Ένα άλλο πρωϊνό, επαναλήφθηκε το ίδιο σκηνικό, με ψάρεμα χταποδιών στην Αμπελική, νόμιμο ψάρεμα αυτή τη φορά. Η μοιρασιά ήταν πάλι φίφτι-φίφτι. Εγώ ανέλαβα να χτυπήσω και να σβουρίσω τα χταπόδια και μετά να τα πουλήσω. Ο αγοραστής αυτή τη φορά ήταν ο μπαρμπα-Γιάννης Γουργιώτης (βλ. Φωτό 4η), ο οποίος είχε καφενείο-τσιπουράδικο στην παραλία. Τσίπουρο χωρίς χταπόδι δεν γίνεται! 

Αξίζει να αναφέρω ότι ο Γιάννης Γουργιώτης ήταν υπόδειγμα μαγαζάτορα. Εκτός από καφέδες και τσίπουρα, διοργάνωνε στο χώρο του, το σημερινό Sirene, οικογενειακά γλέντια και χοροεσπερίδες. Θυμάμαι ότι σε μια Τσικνοπέμπτη έπαιξαν με μεγάλη επιτυχία οι τέσσερις αδελφοί Βλαχάκη, ο Γιώργος, ο Απόστολος, ο Μήτσος και ο Κώστας, εξαιρετικοί βιρτουόζοι μουσικοί και οι τέσσερις. 

Στα μέσα της δεκαετίας του 60, τα μεσημέρια, όταν ο μπαρμπα-Γιάννης πήγαινε σπίτι για να ξεκουραστεί, μετατρέπαμε το καφενείο σε σκακιστική λέσχη. Παίζαμε, ο γιος του μπαρμπα-Γιάννη, καθηγητής Πανεπιστημίου σήμερα, Δημήτρης, ο τότε υπάλληλος του καφενείου Σπύρος Κων. Σύρος και εγώ. Ένα μεσημέρι και ενώ παίζαμε με τον Δημήτρη Γουργιώτη, ο μπαρμπα-Γιάννης γύρισε νωρίτερα για τη βραδινή βάρδια. Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε! Εμένα δεν μου είπε κουβέντα. Με άφησε να μαζεύω τα πιόνια. Τον Δημήτρη όμως, αφού τον στόλισε κανονικά με την τσιριχτή φωνή του, τον κυνηγούσε για πολλή ώρα γύρω από τα τραπέζια για να τον τιμωρήσει, που τόλμησε να αφήσει τη δουλειά για το σκάκι!  

Το πρώτο φουσκωτό στη Σκόπελο

Φωτό 5η  (20-09-1979): Τελευταία εμφάνιση της ΛΕΝΑΣ στα νερά της Σκοπέλου. Τη θέση της θα πάρει το πρώτο φουσκωτό που ήρθε στη Σκόπελο και πλέει δίπλα της.  

Καλοκαίρι του 1979. Η ΛΕΝΑ συνεχίζει να αρμενίζει στα νερά της Σκοπέλου και στο ίδιο πάντα ρεμέτζο (βλ. Φωτό 5η). Αυτό έμελλε να είναι το τελευταίο της καλοκαίρι στη θάλασσα. Τα πράγματα έχουν αλλάξει. Τίποτα δεν ήταν όπως πριν. Ο πατέρας μου έχει φύγει από το 1976, ο αδελφός μου αρχίζει την επιχειρηματική του δραστηριότητα με τον τουρισμό και εγώ βρίσκομαι για μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι. 

Ένα χρόνο νωρίτερα, την άνοιξη του 1978, είχα τόσο εντυπωσιαστεί στο Παρίσι από τα κατορθώματα του Bombard, ο οποίος διέσχισε τον Ατλαντικό με φουσκωτό σκάφος τρεφόμενος με πλαγκτόν, που έβαλα στοίχημα στον εαυτό μου να αγοράσω φουσκωτό και να το πάω στη Σκόπελο. Έτσι και έγινε. Αγόρασα στο Παρίσι το Zodiac Mark I με μηχανή 20άρα Mercury και έτσι πέρασα από τα 4 μίλια της Λένας στα 30 μίλια του Zodiac (βλ. Φωτό 5η). Το πρώτο φουσκωτό στη Σκόπελο ήταν γεγονός. Κάποιοι στην παραλία είχαν παραξενευτεί πολύ και έλεγαν «Έρχετι ου Γιαννς μι του τλουμ». Σήμερα, τα καλοκαίρια, η Σκόπελος κατακλύζεται από φουσκωτά σκάφη. 

Το φθινόπωρο του 1979, αποφασίσαμε η ΛΕΝΑ να αποσυρθεί με πολλές τιμές και να τοποθετηθεί σε περιβόλι, σε θέση περιωπής για τα γηρατειά της. Αυτό ήταν και το τέλος της. 

Επίλογος

Ο κύκλος των αναμνήσεων τελειώνει σήμερα εδώ. Οι φωτογραφίες θα βρίσκονται εδώ για να φέρνουν στο φως άγνωστες πτυχές της ιστορίας του τόπου μας. Χωρίς αυτές τις μικρο-ιστορίες, τα απλά γεγονότα και τα πρόσωπα που τα έζησαν δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και που βαδίζουμε!  

________________

* Ο Γιάννης Σίσκος γεννήθηκε στη Σκόπελο.  Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι. Στη Γαλλία, ο Γιάννης Σίσκος πήρε το DEA και το διδακτορικό δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο Πέτρου και Μαρίας Curie στην πληροφορική και την επιχειρησιακή έρευνα με υποτροφία της UNESCO.

Κατά  την τριετία 1981-84, ο Γιάννης Σίσκος καθηγήτευσε στο Πανεπιστήμιο Paris-Dauphine, στη βαθμίδα του Maître de Conférence, απ’όπου πήρε και το κρατικό διδακτορικό δίπλωμα (Doctorat d’Etat ) στις επιστήμες διοίκησης. Στα  35 χρόνια του, διορίζεται στη βαθμίδα  του καθηγητή και στο γνωστικό αντικείμενο «Επιστήμη των Αποφάσεων» στο Τμήμα Μηχανικών Παραγωγής και Διοίκησης του Πολυτεχνείου Κρήτης, όπου καθηγήτευσε για 17 χρόνια. Στα επόμενα 15 χρόνια της καριέρας του (2001-2015) υπήρξε καθηγητής στο Τμήμα Πληροφορικής του Πανεπιστημίου Πειραιώς.

Έχει συγγράψει πληθώρα θεωρητικών άρθρων και βιβλίων και έχει εκπονήσει μελέτες για επιχειρήσεις και οργανισμούς της Ελλάδας και του εξωτερικού. Έχει ακόμα παραδώσει μαθήματα στα Πολυτεχνεία Τορίνου, Ecole des Mines  του Nancy, Arts et Metiers του Παρισιού και τα  Πανεπιστήμια Laval και Montreal του Καναδά, Aix-Marseille II, Rouen, Βρυξελλών και Κύπρου καθώς και σε μεταπτυχιακά προγράμματα του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Προήδρευσε για αρκετά χρόνια στο Τμήμα Μηχανικών Παραγωγής και Διοίκησης, όπου ίδρυσε το πρώτο εργαστήριο συστημάτων υποστήριξης αποφάσεων (ΕΡΓΑΣΥΑ) στην Ελλάδα, ενώ την τετραετία 1993-97 διετέλεσε Αντιπρύτανης του Πολυτεχνείου Κρήτης. Διετέλεσε ακόμη πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρίας Επιχειρησιακών Ερευνών (ΕΕΕΕ) για τρεις θητείες καθώς και αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Εταιρειών Επιχειρησιακής Έρευνας (IFORS).

To 2005, του απονεμήθηκε το Εθνικό Βραβείο και χρυσό μετάλλιο επιχειρησιακής έρευνας της Ελληνικής Εταιρίας Επιχειρησιακών Ερευνών (ΕΕΕΕ), το 2015 το Χρυσό Μετάλλιο έρευνας της Διεθνούς Εταιρείας Πολυκριτήριων Αποφάσεων (MCDM) στο Αμβούργο της Γερμανίας και το 2016 το βραβείο EUROPEAN DISTINGUISHED SERVICE MEDAL της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Επιχειρησιακής Έρευνας στο Πόζναν της Πολωνίας. Τον Αύγουστο του 2015, ο Δήμος Σκοπέλου τίμησε τον καθηγητή Γιάννη Σίσκο για την προσφορά του στην πρόοδο της επιστήμης. Επίσης αναγορεύτηκε σε επίτιμο καθηγητή του Πολυτεχνείου Κρήτης και επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής