Sporades newspaper | ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΒΟΡΕΙΕΣ ΣΠΟΡΑΔΕΣ | email: 18154poulios@gmail.com | Tηλ. 6942 22 62 01

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2019

Η σκοπελίτικη Φορεσιά είναι μία και μοναδική και "δεν μοιάζει" με καμμία!

ΔΕΙΤΕ ΕΝΑ ΣΧΕΤΙΚΟ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ

ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΜΗ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΤΗΣ ΣΚΟΠΕΛΙΤΙΚΗΣ ΦΟΡΕΣΙΑΣ ΜΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ
Το σοβαρό ζήτημα της οικειοποίησης της μοναδικής σκοπελίτικης φορεσιάς από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Αλοννήσου, συζητήθηκε σε πρόσφατη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Σκοπέλου, μετά από αίτημα του δραστήριου Πολιτιστικού Συλλόγου Σκοπέλου, ο οποίος έχει αρχίσει εκστρατεία ενημέρωσης, αλλά και “κατοχύρωσης” της παραδοσιακής φορεσιάς του νησιού, της νυφικής ή Μόρκο η οποία φοριέται στο νησί τουλάχιστον από τον 18ο αιώνα.

Για μεθόδευση κατοχύρωσης της σκοπελίτικης φορεσιάς ως “Αλοννήσου” έκαναν λόγο τα μέλη του ΠΛΣ Σκοπέλου, ζητώντας δράση και βοήθεια από τον Δήμο Σκοπέλου.

Γραμματόσημο ΕΛΤΑ | 1974
«Η σκοπελίτικη φορεσιά είναι μέρος του πολιτισμού μας και δεν επιτρέπεται να το καπηλεύεται κανένας. Μπορεί ο καθένας να την χρησιμοποιεί, αλλά με αναφορά, ως σκοπελίτικη φορεσιά. Σε όποιο μουσείο και να πάμε αλοννησιώτικη φορεσιά δεν θα δούμε, παρά μόνο αυτή της Σκοπέλου.

[…] Θα υπάρξει μια τεκμηριωμένη επιστολή καταγγελίας - διαμαρτυρίας, η οποία μετά από ομόφωνη απόφαση από το Δημοτικό μας Συμβούλιο, θα κοινοποιηθεί στον Δήμο Αλοννήσου, στον Πολιτιστικό Σύλλογο Αλοννήσου, στο Λύκειο Ελληνίδων, στο Μουσείο Μπενάκη, στα ΜΜΕ και όπου αλλού χρειαστεί…»  είπε ο Δήμαρχος στη σχετική συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο, δηλώνοντας ότι ο Δήμος θα προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες.

Η επιστολή του Πολιτιστικού Συλλόγου Σκοπέλου 
προς τον Παναγιώτη Τσουκανά

«Αίτημα και Πρόσκληση του Δ.Σ. και των μελών του Πολιτιστικού και Λαογραφικού Συλλόγου Σκοπέλου για αναγνώριση και σεβασμό της πολιτιστικής κληρονομιάς της νήσου Σκοπέλου.

Προς:
Τον Πολιτιστικό Σύλλογο Αλοννήσου, που εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο κ. Παναγιώτη Τσουκανά.

Σεβαστά μέλη του Δ.Σ. του Πολιτιστικού Σύλλογο Αλοννήσου, κατόπιν πολλών προφορικών και εγγράφων διαμαρτυριών προς τον Σύλλογο μας, που έγιναν από μέλη του Συλλόγου κατά τη 2η Τακτική Γενική Συνέλευση στις 21/10/2018, για το θέμα της «Σκοπελίτικης Ενδυμασίας – Μόρκο» και την χρήση διαφορετικής ονομασίας από τους κατοίκους του γειτονικού μας και φιλικού νησιού Αλοννήσου, αποφασίσαμε να σας στείλουμε την παρούσα, προκειμένου να σας καλέσουμε στην λύση ενός «προβλήματος», που διαιωνίζεται και επιφέρει τον φανατισμό και τη δυσαρέσκεια των κατοίκων και των δύο νησιών.  

Επειδή λοιπόν θεωρούμε ότι ο πολιτισμός και η παράδοση πρέπει να ενώνει και όχι να χωρίζει, και ότι οι γερές σχέσεις γειτονίας και φιλίας, οικοδομούνται πάνω σε γερά θεμέλια σεβασμού και εκτίμησης  και επειδή πάνω απ΄ όλα  πιστεύουμε ότι «οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους», χρησιμοποιώντας την αλήθεια και το δίκιο, σας εκφράζουμε την  δυσαρέσκεια μας για την αλλαγή του ονόματος της «Σκοπελίτικης Ενδυμασίας» σε «Αλοννησιώτικη Ενδυμασία» στο διαδίκτυο και στα διάφορα φεστιβάλ, που παρουσιάζεστε ενδεδυμένοι  όχι μόνο με το «Μόρκο» αλλά με τα περισσότερα είδη και τις παραλλαγές της σκοπελίτικης φορεσιάς. Σας εκφράζουμε την έντονη δυσαρέσκεια μας για τη μεθοδευμένη προσπάθεια που γίνεται από την πλευρά σας να την παρουσιάσετε ως «άλλη» από αυτήν που είναι προβάλλοντας ως τεκμήρια και αποδείξεις, μικρές, ανεπαίσθητες διαφορές, που μηδαμινή σημασία και διαφορά προσδίδουν στο «όλο» της Σκοπελίτικης Ενδυμασίας. Τέλος σας καλούμε στην αποκατάσταση της ιστορικής πραγματικότητας και στον σεβασμό στην παράδοση του νησιού της Σκοπέλου.

Θεωρούμε ότι δεν χρειάζεται να αποδείξουμε την καταγωγή της Σκοπελίτικης Ενδυμασίας ωστόσο σας παραθέτουμε τους λόγους για την ανάγκη προστασίας του ονόματος της.

Σε κάθε κοινωνία η ενδυμασία, αποτελεί ένδειξη της δομής και της σύνθεσής της. Το ίδιο ενδεικτική είναι και η νυφική φορεσιά ή Μόρκο για την κοινωνία της Σκόπελου ήδη από τον 18ο αιώνα. Μια φορεσιά (κατά την κα Μαρίκα Παπαχρήστου Δελήτσικου) συντηρητική, τυπική , επιδεικτική και καθόλου πρακτική, άρρηκτα συνδεδεμένη με τα αυστηρά ήθη, τη θέση της γυναίκας αλλά και το οικονομικό status της Σκοπελίτικης Κοινωνίας τουλάχιστον από τον 18ο αιώνα.

Και η φορεσιά αυτή είναι δημιούργημα που έχει ξεπηδήσει από την δομή της κοινωνίας της Σκοπέλου, όπως θα κατά δειχθεί από τα παρακάτω.
Πρώτον τα εξαρτήματα, της νυφικής φορεσιάς της Σκοπέλου, μαρτυρά την εισροή των υλικών είτε από την Ανατολή είτε από τη Δύση, γεγονός που καταμαρτυρά της έντονη εμπορική δραστηριότητα της νήσου αλλά και συγκεκριμένα ντόπιων καραβομαραγκών και εμπόρων, που πήγαιναν στο Ταϊγάνι της Ρωσίας για εργασία απ’ όπου έφερναν την μόδα της εποχής.

Μια μόδα, που έχει ως βάση της το υφαντό κέντημα και συγκεκριμένα το μοτίβο της γνωστής γλάστρας με τα λουλούδια, τη βάση δηλαδή της νυφικής ενδυμασίας μας. Αποδεικνύεται λοιπόν περίτρανα ότι χάρη στα Σκοπελίτικα γυναικεία χέρια ένα θέμα εισαγόμενο και ευρωπαϊκής αισθητικής γίνεται το έμβλημα της τοπικής φορεσιάς και αυτό γιατί η Σκοπελίτισσα κόρη πιστή στον πατέρα, αφέντη του σπιτιού, μακριά από την αξία της μόρφωσης αλλά και κλεισμένη στο σπίτι – μιας και θεωρούνταν ντροπή η ενασχόληση της με αγροτικές εργασίες – κάτι που δεν ίσχυε για την γειτονική Σκιάθο για παράδειγμα (βλέπε Παπαδιαμάντη «Μαύρα Κούτσουρα»), που βρίσκει ως διέξοδο το κέντημα. Και μάλιστα ότι πιο περίτεχνο και λαμπερό μιας και η λάμψη της γαμήλιας ημέρας ήταν ανάλογη με την οικονομική και κοινωνική θέση των οικογενειών. Η νυφική φορεσιά έπρεπε να θαμπώνει τους κοινωνικά κατώτερους αλλά και να απεικονίζει και τα πρότυπα που προαναφέρθηκαν.

Πολλές είναι οι μαρτυρίες που επιβεβαιώνουν τα παραπάνω και συνηγορούν στο ότι το Μόρκο είναι Σκοπελίτικη Τέχνη. Ονόματα όπως η Χρυσαφώ Κασσανδριανού, που εφάρμοσε πρώτη το σχέδιο της γλάστρας πάνω σε μαύρο ύφασμα αλλά και κεντήστρες όπως η Ελένη Αμερικάνου, η Συνιορίτσα Κουτρούλη, η Συνιορίτσα Ευσταθίου είναι εκφράσεις  της ντόπιας αυτής τέχνης.

Είναι ενδεικτικό μάλιστα ότι μόνο στη Σκόπελο ραβόταν η φορεσιά από τις ντόπιες κεντήστρες και σε αυτές κατέφευγαν οι γυναίκες της Αλοννήσου προκειμένου να τους πάρουν μέτρα για την φορεσιά τουλάχιστον έναν αιώνα αργότερα. Εξάλλου η καθιέρωση  της γλάστρας ως κυρίαρχο διακοσμητικό θέματος της σκοπελίτικης φορεσιάς συντελείται  την εποχή που οι τοπικές φορεσιές αποκτούν τα χαρακτηριστικά αυτά γνωρίσματα που τις διαφοροποιούν μεταξύ τους, δίνοντας τον ιδιαίτερο τοπικό χαρακτήρα σε μια πληθώρα ελληνικών τοπικών ενδυμασιών. Και η Σκόπελος θέλει να διαφοροποιηθεί  από τις γειτονικές Σκύρο, Σκιάθο, Αλόννησο, Κύμη, Τρίκερι γι’ αυτό και υιοθετεί το μοτίβο αυτό. 

Επίσης μαρτυρία για την εντοπιότητα της νυφικής φορεσιάς αποτελούν οι συλλογές στο Μουσείο Μπενάκη, η συλλογή του Λυκείου Ελληνίδων της Αθήνας καθώς και οι ιδιωτικές συλλογές τις Σκοπέλου, που φέρνει στο φως η κ. Δελήτσικού – Παπαχρήστου στο βιβλίο της με τίτλο «Η παραδοσιακή γυναικεία φορεσιά της Σκοπέλου». Εκεί άλλωστε υπάρχουν και προικοσύμφωνα  από το 1763 έως το 1879, που αναφέρουν ρητά την εν λόγω φορεσιά.

Ένα ακόμη γεγονός που μαρτυρά ότι η νυφική φορεσιά είναι δημιούργημα των Σκοπελιτών είναι το υψηλό κόστος (στοίχιζε περίπου 3000 δραχμές την στιγμή που το μεροκάματο στοίχιζε 10 δραχμές). Σε καμία λοιπόν περίπτωση η οικονομική επιφάνεια των κατοίκων της Αλοννήσου δεν μπορούσε να καλύψει τέτοια δαπάνη σε αντίθεση με τους πλούσιους και πολυταξιδεμένους, επιφανείς σκοπελίτες.. Αλλά πολύ αργότερα όταν πολλές γυναίκες της Αλοννήσου ερχόντουσαν για να εργαστούν σε σπίτια και σε κτήματα Σκοπελιτών, και  προσπάθησαν να μάθουν την τέχνη του κεντήματος και να τη μιμηθούν. 
Τέλος σοβαρή απόδειξη αποτελεί η καταγραφή από τον αρχαιολόγο Αδαμάντιο Σάμψων, σε βιβλίο που εκδόθηκε το 1973 και αναφέρει χαρακτηριστικά «[...]Ποτέ δεν υπήρχαν επαγγελματίες κεντήστρες στο νησί της Αλοννήσου, η εξήγηση είναι απλή. Τα έθιμα στο νησί αυτό ήταν διαφορετικά. Οι κάτοικοι έκαναν νομαδική ζωή, οι δεν γυναίκες έκαναν πιο σκληρή ζωή από αυτές της Σκοπέλου. Τα σπίτια τους ήταν πιο φτωχά και απλά και δεν χρειαζόνταν να έχουν όλα αυτά τα κεντήματα που απαιτούσαν και πολλά χρήματα αλλά  και τόπο κατάλληλο για να τοποθετηθούν... Την κεντηντή νυφική στολή, τα χρυσά και τα ανετουράλια τα παρέγγελναν στη Σκόπελο όταν είχαν χρήματα [...]»

Φυσικά και φορέθηκε η φορεσιά τόσο στην Αλόννησο όσο και στη Γλώσσα, αλλά πολύ αργότερα και ως απομίμηση (όχι πάντα αισθητικά άψογη) της αριστοκρατικής αυτής σκοπελίτικης τέχνης.

Ο Ίων Δραγούμης αναφέρει χαρακτηριστικά στα Απομνημονεύματα του για μια αριστοκράτισσα κεντήστρα που είχε ξεπέσει οικονομικά και ασκούσε την τέχνη αυτή της φορεσιάς προς επιβίωση.

Αγαπητέ κ. Τσουκανά, τα τελευταία χρόνια, ο Σύλλογος μας κάνει πολλές ενέργειες για την σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των δυο νησιών, και παρατηρούμε και από την πλευρά σας το ίδιο και αυτό είναι προς τιμή σας και μόνο. Ενδεικτικά αναφέρουμε την ετήσια πρόσκληση προς το χορευτικό σας στην Σκόπελο, προκειμένου να συμμετέχετε στις εκδηλώσεις λήξης καθώς και η συμμετοχή μας στο Φεστιβάλ Χορού, που διοργανώνεται και παρευρισκόμαστε κάθε χρόνο.

Η ιστορία μας δένει με δεσμούς ανθρώπινους καθώς πολλοί Αλοννησιώτες, ερχόντουσαν στην Σκόπελο για εργασία, δεν είναι λίγοι δε αυτοί, που έζησαν το υπόλοιπο της ζωής τους εδώ. Συνέβαινε βέβαια και το αντίστροφο, πολλοί Σκοπελίτες κυρίως κτηνοτρόφοι ή επαγγελματίες ερχόντουσαν στην Αλόννησο για να αναπτύξουν εμπορικές δραστηριότητες και δοσοληψίες.

Αυτό που ζητούμε  είναι να είστε ειλικρινείς σε ότι αφορά την καταγωγή της Σκοπελίτικης Ενδυμασίας, που τυγχάνει να φοράτε και εσείς, να είστε προσεκτικοί στις διατυπώσεις σας και να περιλαμβάνεται στις αναφορές σας, ότι η ενδυμασία αυτή, είναι η Σκοπελίτικη νυφική,  που υιοθετήθηκε  αργότερα από τους κατοίκους της Αλοννήσου για διαφορετική χρήση και φοριέται με μικρές αλλαγές. 

Δεν συμφωνούμε στο ότι «μοιάζει» ή «επηρεάστηκε» όπως αναφέρατε στην ομιλία σας στις 3/09/2018 στην Σκιάθο στην παρουσία «Τοπικών Ενδυμασιών της παράκτιας Μαγνησίας», αυτό δεν είναι αποδεκτό ούτε αληθές, καθώς είναι η ίδια.

Θέλουμε να πιστεύουμε ότι κάνουμε το πρώτο βήμα, για τη λύση ενός προβλήματος και για την αποκατάσταση της ιστορίας. Θεωρούμε ότι θα κάνετε το δεύτερο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση καθώς η αποδοχή της αλήθειας και ο σεβασμός προς αυτήν είναι θεμέλιος λίθος του Πολιτισμού.

Με  εκτίμηση
Το Δ.Σ.»