Sporades newspaper | ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΒΟΡΕΙΕΣ ΣΠΟΡΑΔΕΣ | email: 18154poulios@gmail.com | Tηλ. 6942 22 62 01

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

« ...Εμείς φταίμε που αφήσαμε να σβήσουν οι καρναβαλικές παραδόσεις μας»

Του Ασώτου σήμερα και οι «Βόρειες Σποράδες» δημοσιεύουν από το βιβλίο της Ιζαμπέλ Ντέμση, «τα μυστικά του σκοπελίτικου καρναβαλιού»(κλικ) την αφήγηση ενός άλλου πρωταγωνιστή των αποκριάτικών παραδόσεων, που δεν είναι πια κοντά μας, του Γιώργου Ξηροχειμώνα, ο οποίος μας θυμίζει τις «Καλές» και τους «Μπράμ’δες» μιας άλλης εποχής.
Ο Γιώργος Ξηροχειμώνας, 58 ετών όταν μιλήσαμε μαζί του, προέρχεται από μια οικογένεια που έχει παίξει ζωτικό ρόλο στις καρναβαλικές παραδόσεις. Οι παππούδες του, οι γονείς του, ο θείος κι ο αδελφός του, όλοι τραγουδούσαν και συνέθεταν πρωτότυπα τραγούδια. Ο Γιώργος άρχισε να συμμετέχει στις «Καλές» στα δεκάξι του, και το έθιμο αποτελούσε σημαντικό κομμάτι της ζωής του από τότε που ήταν μικρό παιδί. Κάθε χρόνο, χωρίς καμία εξαίρεση, οι άρρενες συγγενείς του συμμετείχαν στους Μπράμ’δες. Το μεσημέρι της Τυρινής, συγκεντρώνονταν στο σπίτι ενός συγγενή όπου έτρωγαν και έπιναν επί ώρες. Μετά, συναντιόντουσαν με μουσικούς, που ορισμένοι έρχονταν από τη Γλώσσα μόνο για τη γιορτή, και πήγαιναν μαζί στην πομπή...
«Γυρίζαμε όλο το χωριό, εκκλησίες και γειτονιές. Οι άνθρωποι...
έβγαιναν ν’ ακούσουν τα τραγούδια και να μας κεράσουν πίτα, ρυζόγαλο, ποτά και ορεκτικά… κι εμείς χορεύαμε. Δεν σταματούσαμε την Κυριακή στις 10 το βράδυ όπως κάνουν τώρα. Ήμασταν μια ανδροπαρέα και συνεχίζαμε το γλέντι όλη νύχτα, πηγαίνοντας από του ενός το σπίτι στου άλλου. Εσύ ερχόσουν στο δικό μου κι εγώ ερχόμουν στο δικό σου… και τελειώναμε τη νύχτα της Καθαράς Δευτέρας».
«Θυμάμαι ειδικά μια Κυριακή, ήμασταν κάπου τριάντα άτομα στο σπίτι του αδελφού μου, ντυμένοι και έτοιμοι να βγούμε, όταν άρχισε να βρέχει δυνατά, σα να χαλάει ο Θεός τον κόσμο. Έτσι, μείναμε μέσα και συνεχίσαμε να γλεντάμε από την Κυριακή το απόγεμα μέχρι την Τρίτη το πρωί! Επί τρεις μέρες φορούσαμε τις φορεσιές μας! Συνεχίζαμε το γλέντι μέρα νύχτα, δεν σταματούσαμε. Έβρεχε έξω, κι εμείς μέσα επιμέναμε να γλεντούμε και περιμέναμε... Την Τρίτη, που σταμάτησε η βροχή, βγήκαμε έξω για την πομπή!»
«Οι πρόγονοί μας δεν είχαν καν φαΐ να φάνε, αλλά είχαν πνεύμα, καρδιά και πάθος! Γλεντούσαν με τα λίγα που είχανο ένας έφερνε το κρασί, ο άλλος τις ελιές. Έτρωγαν, έπιναν και τραγουδούσαν μαζί, όχι μόνο στα Καρναβάλια, αλλά και τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Όταν ήμασταν παιδιά, ακούγαμε αυτά τα τραγούδια και τα μαθαίναμε φυσικά. Υπήρχε μια συνέχεια από γονιό σε παιδί, από παππού σε εγγονό. Ήταν κομμάτι της ζωής μας, ήταν βιώματα, κάτι που η νεότερη γενιά δεν το καταλαβαίνει. Θα ήθελα να μάθω σε κάποιον τα λίγα πράματα που ξέρω, που τα έμαθα από κείνους που έζησαν πριν από μένα. Αλλά οι νέοι σήμερα δεν έχουν την αγάπη που είχαμε εμείς γιαυτά τα πράματα. Δεν έχουν αυτά τα βιώματα, δεν τα έχουν βάλει στην καρδιά τους. Ενθουσιάζονται τη μέρα της γιορτήςαλλά μετά τα ξεχνάνε».
Δηλώνει με πάθος: «Εμείς φταίμε που αφήσαμε να σβήσουν οι καρναβαλικές παραδόσεις μας. Αν αγαπάς πραγματικά κάτι, τίποτε δεν μπορεί να σαλλάξει. Οι παραδόσεις αυτές είναι ο πολιτιστικός μας πλούτος. Αν τις παρατήσουμε και τις αφήσουμε να πεθάνουν, έχουν σβήσει παντοτινάκι εμείς έχουμε σβήσει σαν λαός».