Sporades newspaper | ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΒΟΡΕΙΕΣ ΣΠΟΡΑΔΕΣ | facebook.com | youtube | email: 18154poulios@gmail.com | Tηλ. 6942 22 62 01

q

Α. ΠΡΟΒΙΑΣ & ΣΙΑ | ΚΑΜΠΟΣ ΣΚΟΠΕΛΟΥ | ΤΗΛ. 2424024762

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

Ιωάννης Δελήτσικος (Τσιλιμπάνης)

Ο Ιωάννης Δελήτσικος γεννήθηκε το 1908 στη Χαλκίδα της Εύβοιας όπου ο σκοπελίτης πατέρας του Κωνσταντίνος Δελήτσικος, γνωστός και ως Τσιλιμπάνης, εργαζόταν ως οικοδόμος. Μητέρα του ήταν η Χαλκιδαία Ευγενία (Βγένα) Φρατζέσκου.
Σε πολύ μικρή ηλικία έρχεται με τους γονείς του στην Αθήνα και εδώ, παλιός οικοδόμος, εργάζεται ο πατέρας του.
Ενώ το παιδί δεν έχει τελειώσει ακόμα το δημοτικό σχολείο και βρίσκεται σε εξέλιξη ο Α' παγκόσμιος πόλεμος με ό,τι συνεπάγεται αυτό, οι γονείς του αποφασίζουν να 'ρθουν για μόνιμη εγκατάσταση στη Σκόπελο. Με τις λίγες οικονομίες που...
φέρνουν μαζί τους αγοράζουν ένα χέρσο αγρόκτημα και σιγά - σιγά με την αγάπη και τον ιδρώτα τους το μετατρέπουν σε καταπράσινο αμπελώνα.
Σύμφωνα με την αντίληψη της εποχής, που θέλει τα παιδιά να μαθαίνουν κάποια τέχνη, ο μικρός Γιάννης οδηγείται στο σιδηρουργικό εργαστήριο του Γ. Πετρίτη, κοντά στην «Ελευθερώτρια» για να μάθει εκεί την τέχνη της επεξεργασίας του σίδηρου και πολύ γρήγορα το άπραγο αγόρι με την υψηλή αντιληπτική ικανότητα εξελίσσεται σε άριστο τεχνίτη, εκπλήσσοντας καθημερινά με την ευρηματικότητά του τον έμπειρο δάσκαλό του και όχι μόνο.
Στα δεκαοχτώ του χρόνια και ενώ είναι τέλειος κάτοχος της σιδηρουργικής, επιστρατεύει όλα τα πνευματικά του προσόντα και υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία, εξελίσσεται σε άριστο οπλουργό και μηχανουργό· γι' αυτό και του γίνεται πρόταση να παραμείνει στο στρατό ως μόνιμος. Όμως, ερωτευμένος βαθύτατα με τη Σκόπελο, με έρωτα που δεν έσβησε ποτέ, δεν αποδέχτηκε την πρόταση.
Έτσι επιστρέφει στη Σκόπελο και αγοράζει το μικρό μαγαζάκι της πλατείας της Ελευθερώτριας από τον προκάτοχό του, ο οποίος γέρασε εν τω μεταξύ και έκρινε ότι έπρεπε να αποσυρθεί και αρχίζει την καινούρια περίοδο της ζωής του σκληρά εργαζόμενος.
Πάμπολλοι είναι αυτοί που καθημερινά περνούν από το σιδεράδικό του. Γεωργοί, για να παραγγείλουν τα εργαλεία τους που θα καλλιεργήσουν τη γη, καραβομαραγκοί για τζαβέτες, καρφιά και για κάθε σιδερικό που απαιτεί η κατασκευή και ο εξοπλισμός των πλοίων, πλοιοκτήτες και καπεταναίοι, απ' όλη την ευρύτερη περιοχή ακόμα και από τη Χαλκιδική, την Εύβοια, τη Μυτιλήνη, για να επιδιορθώσει τις βλάβες των μηχανών των καϊκιών τους. Οι αρχιμάστορες των οικοδομών να του ζητήσουν να επιμεληθεί τις υδραυλικές εγκαταστάσεις των σπιτιών αλλά και να βάλει την τελευταία πινελιά με τις απαράμιλλης κομψότητας και τεχνικής σιδεριές του στα μπαλκόνια, τις πόρτες, τις σκάλες και τα παράθυρα των σπιτιών. Κι αυτό, γιατί ακόμα και τα μικρά παιδιά ήξεραν ότι ο μπάρμπα – Γιάννης, ο Τσιλιμπάνης έδενε με θαυμαστή τεχνική τα «καράβολα» με «βραχιόλια» και δεν επαναλαμβανόταν ποτέ, αφού ο πελάτης του είχε τη δυνατότητα να επιλέξει το σχέδιο της αρεσκείας του από ένα «λεύκωμα» με ατελεύτητα σχέδια που ο ίδιος ζωγράφιζε τις ημέρες και τις ώρες της σχόλης του. Στο μαγαζί αυτό του μαστρο – Γιάννη έρχονταν ακόμα και γυναίκες να του ζητήσουν να τους φτιάξει κάποιο σίδερο για τον αργαλειό τους, να επισκευάσει τις ραπτομηχανές τους ή να τροχίσει το σταυρό από τη μηχανή που έκοβαν τους ξηρούς καρπούς για τα γλυκίσματα και τα κόλλυβα ή το κρέας σε κιμά για τους κεφτέδες. Εδώ έρχονταν και πολλοί από τους από τους γονείς να τον παρακαλέσουν να δεχθεί κοντά του τα τρυφερά βλαστάρια τους για να ανοίξουν τα μάτια τους μαθαίνοντας σωστά «τέχνη». Κι είναι αλήθεια πως αν και απαιτητικός και αυστηρός όλοι εκείνοι που μαθήτευσαν κοντά του τον εκτιμούσαν και τον αγαπούσαν ομολογώντας πως του χρωστάνε το « ευ ζην».
Όμως εδώ συχνά – πυκνά, ιδίως το χειμώνα, σύχναζαν – πανάρχαια συνήθεια αυτή – και πολλοί από τους ανθρώπους του πνεύματος του τόπου. Αυτοί οι τελευταίοι εκτιμώντας όχι μόνο τον τεχνίτη Γιάννη Τσιλιμπάνη, αλλά και τα σπάνια στοιχεία που τον χαρακτήριζαν ως άνθρωπο – εκτός από ευφυΐα διέθετε εντιμότητα, ευθύτητα, εργατικότητα, ευρηματικότητα, φιλομάθεια και καλαισθησία σε τέτοιο βαθμό, ώστε να δίνει κίνηση και ζωντάνια στο άκαμπτο και σκληρό υλικό που δούλευε – έρχονταν εδώ για να απολαύσουν όλη την τελετουργία της μεταμόρφωσης της άμορφης πρώτης ύλης σε καλλιτέχνημα με τη βοήθεια της γνώσης, της αγάπης, της φωτιάς, του σφυριού και του νερού και παράλληλα να καταθέσουν τις γνώσεις τους για χίλια – μύρια πράγματα. Μ' άλλα λόγια το μικρό εκείνο σιδηρουργείο αποτελούσε και ένα σημείο όπου το πνεύμα έσμιγε με τη διαδικασία της μεταμόρφωσης της ύλης σε τέχνη και η θεωρία παντρευόταν την πράξη.
Στα προσόντα του θα μπορούσε να συμπεριλάβει κανείς ακόμα: την αγάπη του για την πατρίδα, το θάρρος και την τόλμη (πολέμησε στο αλβανικό Μέτωπο και παρασημοφορήθηκε) επίσης και την πολυμέρεια που τον διέκρινε· ψάρευε με μανία και κυνηγούσε με το ίδιο πάθος. Γεμάτη πάντα με ψάρια εκλεκτά επέστρεφε στο λιμάνι η βάρκα του, η «ΕΛΛΑΔΑ» και ξέχειλο από τα θηράματα το σακίδιό του. Κρατούσε λίγα για την οικογένειά του και τα πολλά τα μοίραζε, πάντα δωρεάν, στους συμπατριώτες του και κυρίως σε 'κείνους που ήξερε ότι δεν είχαν οικονομική ευχέρεια για να αγοράζουν στην αγορά.
Τον διέκρινε επίσης βαθύς στοχασμός και κριτικός νους, διατύπωνε δε όλους τους προβληματισμούς του με στίχους που τους χαρακτηρίζει διεισδυτικότητα και συναισθηματική ευαισθησία.
Το Φεβρουάριο του 1994 άφησε την τελευταία του πνοή στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο των Αθηνών, όπου νοσηλευόταν με μεταστατικό καρκίνο, πολεμώντας με την ίδια τόλμη και γενναιότητα που τον διέκρινε σε όλες τις πράξεις της ζωής του και αφήνοντας ως παρακαταθήκη στα παιδιά του, Μαρία Δελήτσικου – Παπαχρίστου και Ιφιγένεια Δελήτσικου, τις αρχές του.
Στον Πλάτανο (πλατεία Δελήτσικου) υπάρχουν ακόμα
το κλειδί και τα κάγκελα από το παλιό σιδηρουργείο
Ενδεικτικό της εκτίμησης που έτρεφαν για το πρόσωπό του οι συμπατριώτες του και όσοι τον γνώρισαν είναι, εκτός από το ότι τον θυμούνται ακόμα και προσέχουν ό,τι έχουν φτιαγμένο από τα χέρια του να μη χαλάσει ή το χάσουν, και το γεγονός ότι, η μικρή πλατειούλα όπου ήταν το εργαστήριό του είναι γνωστή ως «πλατεία Ιωάννου Δελήτσικου».